Φαιστός

 

 

 Η Φαιστός βρίσκεται 6,8km βοριοανατολικά από τα Πιτσίδια Ηρακλείου Κρήτης.

 Η Φαιστός ήταν η δεύτερη σημαντικότερη πόλη της Κρήτης κατά τη δεύτερη χιλιετία προ Χριστού, μετά από την Κνωσσό, και αποτελεί σήμερα ένα σημαντικό αρχαιολογικό χώρο. Βρίσκεται σε υψόμετρο 100 μέτρων, νότια του ποταμού Γεροποτάμου και του αρχαίου Ληθαίου. Η θέα του λόφου είναι πανοραμική και περιβάλλεται από τους επιβλητικούς ορεινούς όγκους του Ψηλορείτη, των Αστερουσίων και των Λασηθιωτικών όρεων, ενώ σε μικρή απόσταση βρίσκονται η κωμοπόλεις Τυμπακίου και Μοιρών.

 Οικονομικό, διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο, επόπτευε την εύφορη πεδιάδα της Μεσσαράς. Υπό τον έλεγχο της Φαιστού βρίσκονταν τα αρχαία λιμάνια των Ματάλων και του Κομμού.

 Πρώτες αναφορές και ίδρυση:

 Η πρώτη αναφορά στην Φαιστό γίνεται από τον Όμηρο στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια, όπου μνημονεύει την Φαιστό στον κατάλογο των πόλεων που συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο και την περιγράφει ως πόλη «εὖ ναιετοώσα», καλά κατοικημένη. Ο αρχαίος ιστορικός Διόδωρος ο Σικελιώτης αποδίδει την ίδρυση της Φαιστού, όπως και της Κνωσού και της Κυδωνίας, στον Μίνωα.

 Ιστορικό ανασκαφών:

 Στοιχεία για την ιστορία της αρχαίας πόλης ήρθαν στο φως έπειτα από Ιταλικές αρχαιολογικές ανασκαφές. Η πόλη συμμετείχε στην εκστρατεία των Αχαιών κατά της Τροίας. Το όνομα είναι προελληνικό και στις πινακίδες της Κνωσού Γραμμικής Β αναφέρεται Paito>αττικός τύπος Φαιστός και η ετυμολογία της είναι από το φα(F)ιστός= λαμπρός, ένδοξος. Η πόλη ήταν ανεξάρτητη και αυτόνομη και έκοβε πολλά νομίσματα στα οποία εικονιζόταν η Ευρώπη καθισμένη σε ταύρο και ένα κεφάλι λιονταριού με τις λέξεις "ΦΑΙΣΤΙΩΝ ΤΟ ΦΑΙΜΑ". Στη Φαιστό βασίλευσε η δυναστεία που είχε ιδρύει ο Ραδάμανθυς, γιος του Δία.

 Πρώτος επεσήμανε τη θέση της Φαιστού ο Spratt (II, 24). Οι ανασκαφές ξεκίνησαν το 1900 και στο ανάκτορο το 1909 και συνεχίστηκαν κατά τα επόμενα χρόνια. Ανάμεσα στα ευρήματα υπάρχουν πολύχρωμα καμαραϊκά αγγεία και πολλά άλλα.

 Στη Φαιστό η μινωική εποχή αρχίζει το 2.600 π. Χ. Το πρώτο ανάκτορο βρισκόταν στη δυτική πλευρά του αρχαιολογικού χώρου οικοδομήθηκε το 2.000 π.Χ. σε αλλεπάλληλα επίπεδα και οι τοίχοι του ήταν κτισμένοι με αργολιθοδομή. Το ανάκτορο καταστράφηκε από σεισμό το 1730 π.Χ., όπως και η Κνωσός. Στη θέση των ερειπίων κτίστηκε ανάκτορο, μεγαλοπρεπέστερο του πρώτου.

 Το νέο ανάκτορο κτίστηκε πάνω από τα ερείπια του πρώτου, είχε ανάλογο σχέδιο με μόνη διαφορά το ελαφρά υπερυψωμένο επίπεδο του, λόγω της ύπαρξης των ερειπίων. Η κεντρική αυλή των ανακτόρων είχε παρόμοιες διαστάσεις με τις αυλές της Κνωσού και των Μαλίων και ενδεχομένως χρησιμοποιούνταν για τελετές λατρευτικού χαρακτήρα όπως τα Ταυροκαθάψια.

 Η σημαντικότητα του ανακτόρου της Φαιστού έγκειται στο γεγονός ότι παρέχει εξαιρετική στρωματογραφία αλλά και πληροφορίες για τη σχέση μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου ανακτόρου και των δύο διαφορετικών φάσεων του Μινωικού πολιτισμού εν γένει. 

 

 

Πηγή: Βικιπαίδεια

 

 

 


Προβολή Φαιστού σε χάρτη μεγαλύτερου μεγέθους